Η θεατροπαιδαγωγική αποτελεί ένα σχετικά νέο και διαρκώς εξελισσόμενο επιστημονικό πεδίο, που αναδύεται από τη διασταύρωση της θεατρικής τέχνης με την παιδαγωγική, επιδιώκοντας τη μάθηση, την προσωπική ανάπτυξη και τη συλλογική έκφραση μέσω της θεατρικής πρακτικής. Έχει δεχθεί επιρροές από πολλαπλές παραδόσεις, οι οποίες αντανακλώνται στις στις ποικίλες μεθοδολογικές προσεγγίσεις και τις θεσμικές μορφές που έχει λάβει σε διεθνές επίπεδο. Συγκεκριμένα, η αγγλοσαξονική παράδοση προσέφερε το παιδαγωγικό υπόβαθρο και τις βασικές μεθοδολογικές εφαρμογές, όπως το εκπαιδευτικό δράμα και το θέατρο στην εκπαίδευση, με πρωτοπόρους την Dorothy Heathcote [Ντόροθυ Χέθκοτ] και τον Gavin Bolton [Γκάβιν Μπόλτον], και συνεχιστές θεατροπαιδαγωγούς όπως η Cecily O'Neil [Σέσιλυ Ο Νηλ] και ο Jonothan Neelands [Τζόναθαν Νήλαντς] οι οποίοι ανέδειξαν το εκπαιδευτικό δυναμικό της δραματικής διαδικασίας τόσο εντός όσο και εκτός σχολικού πλαισίου.
Ωστόσο, ως όρος και εννοιολογικό πεδίο, η θεατροπαιδαγωγική (Theaterpädagogik) εδραιώθηκε στον γερμανόφωνο χώρο ήδη από τις δεκαετίες του 1970 και 1980 ως αυτοτελές επαγγελματικό και επιστημονικό πεδίο, χαρακτηριζόμενο από σαφή θεσμική συγκρότηση και ακαδημαϊκή τεκμηρίωση. Η ανάπτυξή της υποστηρίχθηκε κυρίως μέσω πανεπιστημιακών προγραμμάτων και πολιτισμικών θεσμών, μεταξύ των οποίων θέατρα, μουσεία, σχολεία και κοινωνικά ιδρύματα. Καθοριστική υπήρξε η συνεισφορά τριών κεντρικών μορφών, του Hans-Wolfgang Nickel [Χανς-Βόλφγκανγκ Νίκελ], του Hans Martin Ritter [Χανς Μάρτιν Ρίττερ] και του Bernd Ruping [Μπερντ Ρούπινγκ]. O Nickel θεμελίωσε την πανεπιστημιακή διδασκαλία της θεατροπαιδαγωγικής στο Βερολίνο, αναδεικνύοντας το παιχνίδι ως βασικό παιδαγωγικό εργαλείο για τη δημιουργικότητα και τη βιωματική μάθηση, ο Ritter, εμπνευσμένος από την παράδοση του Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ], υποστήριξε μια αισθητικά και πολιτικά στοχευμένη θεατρική αγωγή, ενώ ο Ruping έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην εκπαιδευτική και κοινωνική διάσταση του θεάτρου.
Η θεατροπαιδαγωγική δραστηριότητα εκδηλώνεται με ποικίλες μορφές. Αυτές περιλαμβάνουν το θεατρικό παιχνίδι, τη δραματοποίηση, τον αυτοσχεδιασμό και το εκπαιδευτικό δράμα. Επιπλέον, η θεατροπαιδαγωγική συχνά αντλεί θεματικό υλικό και προσανατολισμό από κοινωνικά στοχευμένες θεατρικές πρακτικές, όπως το θέατρο των καταπιεσμένων του Augusto Boal [Αουγκούστο Μποάλ], παρεμβάσεις θεάτρου στην κοινότητα και συνεργατικές δράσεις με έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των προσεγγίσεων αποτελεί η ενεργητική συμμετοχή των εμπλεκομένων, η βιωματική διαδικασία μάθησης, ο αναστοχασμός και η χρήση της θεατρικής πράξης ως μέσου κριτικής επεξεργασίας προσωπικών και κοινωνικών εμπειριών. Η προσέγγιση αυτή δεν απαιτεί την απόκτηση θεατρικών δεξιοτήτων ή την παραγωγή καλλιτεχνικού αποτελέσματος, αλλά αναδεικνύει τη διαδικασία ως βασικό φορέα μάθησης, προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης καθώς και προσωπικού και κοινωνικού μετασχηματισμού.
Στην Ελλάδα, η θεατροπαιδαγωγική άρχισε να αναπτύσσεται σημαντικά από τη δεκαετία του 1990, παράλληλα με το αγγλοσαξονικό μοντέλο του εκπαιδευτικού δράματος. Ώθηση έχει παράσχει και η δράση θεατροπαιδαγωγών και ερευνητών που επιχειρούν σε κοινωνικά ευαίσθητα πεδία, όπως η συμπερίληψη προσφύγων, η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, η ενδυνάμωση εγκλείστων σε σωφρονιστικά ιδρύματα και η προώθηση της δημοκρατικής παιδείας.